Μετροπόλιταν
Έκλεισε με αργές κινήσεις το αρχαίο βιβλίο κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στο πολύχρωμο του αττικού ουρανού. Ακολούθησε τον ήλιο να χάνεται πίσω απ’ το απέναντι βουνό κι ένιωσε για μια ακόμη φορά τη μοναξιά σαν κρύο αεράκι κάτω απ’ το τριμμένο πανωφόρι του. Τα πρώτα φώτα της πόλης άρχισαν ν’ αναβοσβήνουν επιβλητικά• όμως για ένα γέρικο ξωτίκο που είχε αντικρύσει στα νιάτα του τη φλόγα της Γαίας, δεν ήσαν παρά σπίθες στην άκρη ενός καμμένου ξύλου. Έριξε άλλη μια ματιά στην κακόγουστη ματαιοδοξία των ανθρώπων. Στις άκρες των χειλιών του σα να χαράχτηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο, μα μονομιάς πάγωσε. Καθώς το πρώτο φως της Εκάτης έλουσε τον τελευταίο ιερό τόπο της πόλης, ένιωσε τις αρχαίες σκιές ν’ αναστενάζουν. Μουρμουρίζοντας τον ύμνο της λήθης προσπάθησε να καταλαγιάσει τον πόνο τους. Μόνο γι’ αυτό είχε πια τη δύναμη. Αποκαμωμένο, χάιδεψε για τελευταία φορά τον ιερό τόμο κι έσυρε τα βήματά του ως τη λίμνη του μεγάλου πάρκου.
Ο Τζων -μπιπ- manager and administrator από χρόνια, άρχισε να βλαστημά την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε να πάει σ’ αυτή τη συνάντηση. Επανασύνδεση και -μπιπ- μαλακίες (Excuse me!). Μια παρέα ανίκανοι και άχρηστοι που αναμασούν νεανικές ιστορίες για να -μπιπ- ξεχάσουν τη μεγάλη τους κοιλιά, τ’ αφεντικό που κάθε μέρα τους πρήζει και το φτηνό δυάρι στο Μπραχάμι. Θυμόταν την πρώτη τους συνάντηση -έξι χρόνια αφού τέλειωσαν το σχολείο- όταν μόλις είχε τελειώσει το course του -μπιπ- στο αυθεντικό παράρτημα του B.L.B.UR University of Pullover στο Κεφαλάρι. Με πόση χαρά είχε φορέσει τη μεγάλη του στολή (καμπαρντίνα εγγλέζικη με ασορτί βαθύχρωμο κοστούμι, μεταξωτό πουκάμισο, εμπριμέ γραβάτα, παπούτσι Max von Sintof και γνήσιο ζελέ Βοημίας στο κεφάλι). Κι αυτοί οι αχρείοι αντί να τον αντιμετωπίσουν -μπιπ- με τον ανάλογο σεβασμό, όπως ταιριάζει σε ντόπιους ιθαγενείς, το μόνο που βρήκαν να πουν με φανερή κακεντρέχεια ήταν: “Πώς άλλαξες έτσι βρε Γιάννη; Θυμάσαι τότε που σε γιαούρτωσε η Σούλα αμέσως μετά την παρέλαση; Και τότε που ψήφισες κατά στην κατάληψη και σε πέταξαν στη δεξαμενή με τα σκατόνερα; Και τότε… και τότε…” Ένιωσε σε μια στιγμή όλο του το αίμα ν’ ανεβαίνει στο καλοσιδερωμένο -μπιπ- κεφάλι του. Όχι, λοιπόν, δε θα περάσει ξανά την ίδια δοκιμασία. Δεν τράβηξε τόσα και τόσα για να τον χλευάζουν -μπιπ- ένα μάτσο ανθρωπάρια. Με το αγέρωχο ύφος που είχε αντιγράψει απ’ τον “Τελευταίο αυτοκράτορα” πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και έκοψε δρόμο μέσα απ’ το μεγάλο πάρκο. Μπιπ.
Ο Τζόνι ήτανε κόκκαλο. Κανείς δε γνώριζε τίποτα παραπάνω. Περνούσε τις μέρες του στο μεγάλο πάρκο, χωμένος σε ένα βρώμικο αμπέχωνο και με βλέμμα απλανές. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν μισότυφλος γιατί σκόνταφτε συνέχεια πάνω σε περαστικούς. Κάποιοι άλλοι ότι ήταν μισοπάλαβος καθώς τον άκουγαν να σιγομουρμουρίζει ακατάπαυστα σε ρυθμό 7/8 χωρίς να μπορούν να βγάλουν άκρη τι λέει. Ο Τζόνι ήτανε απλά κόκκαλο. Τι έτρωγε; Πώς φτιαχνόταν; Μυστήριο άλυτο για τους συνταξιούχους κοινωνικούς αναλυτές που σύχναζαν τα πρωινά στα παγκάκια. {Οι μέρες ξεφυτρώνουν κάθε μέρα και πιο σκοτεινές. Και όταν έρθει ο μεγάλος καπετάνιος και μου ζητήσει τα λάφυρα που έχω μαζέψει πώς θα βρω το μονοπάτι να τον ακολουθήσω στο βασίλειο με τις ατέλειωτες γαλέρες και τα τραγουδιστά κοράλια}. Κάποια βράδια βέβαια τα πέρναγε στη στενή. Γιατί όταν ο μπάτσος της γειτονιάς τέλειωνε την περιπολία με λευκό μπλοκάκι και άδεια χέρια γνώριζε ότι υπήρχε πάντα η λύση του Τζόνι και τον μπουζούριαζε για χρήση, κατοχή, επαιτεία, βιασμό, εξανδραποδισμό και αντίσταση κατά της αρχής, της μέσης ή του τέλους ανάλογα με το φεγγάρι. {Συχνά αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλά μου τα πράσινα μάτια της γοργόνας με τα μαγεμένα όστρακα, μα το χιόνι της καρδιάς της με παγώνει. Στη γριά βάρκα μου σαπίζει εδώ και χρόνια η κορδέλα απ’ τα γαλάζια αφρισμένα μαλλιά της}. Σε λίγες μέρες όμως ο Τζόνι ήταν πάλι εκεί και ήταν πάντα κόκκάλο• στο μεγάλο πάρκο.
Η κούραση του είχε παραλύσει σώμα, μυαλό και καρδιά. Χρόνια τώρα, καθώς γυρίζει σπίτι τα βράδια, νιώθει μια πίκρα να γεμίζει το στόμα του. Κάποτε πάλευε για το κόμμα, την ιδέα, το αύριο. Τώρα παλεύει για το καθημερινό πιάτο, το δικό του, της γριάς και του άνεργου γιού του. Τα γόνατά του τρίζουν, καθώς τα τρύπια παπούτσια του βυθίζονται στα λασπωμένα μονοπάτια του μεγάλου πάρκου. Σταματάει για λίγο για να βρει την ανάσα του. Ο γιατρός του έχει πει ότι είναι πολύ μεγάλος για να δουλεύει πια. Πως ήρθε η ώρα να ξεκουραστεί. Γιατρός όμως είναι. Τι να ξέρει από το βάθος της δερμάτινης πολυθρόνας του; Βυθισμένος μες στη σκέψη του ο μπαρμπα-Γιάννης, μόλις που κατορθώνει να ξεχωρίσει μια γυναικεία κραυγή απ’ το βάθος του πάρκου. Κρατάει την ανάσα του για μια στιγμή και ξανακούει την ίδια κραυγή πιο δυνατή, πιο πονεμένη. Στο ξέφωτο δίπλα στη λίμνη ξεχωρίζει τρεις σκιές. Δυο νεαροί με ξυρισμένα κεφάλια κρατούν γονατιστή μια κοπέλα και την χτυπούν. Καθώς το φως του φεγγαριού πέφτει πάνω της, βλέπει το πρόσωπό της να συσπάται από τον πόνο. Είναι όμορφη. Μοιάζει για ξένη, από κάποια χώρα του ανατολικού βορρά. Ανάμεσα στα βογγητά της ακούγεται να λέει με σπασμένα ελληνικά: “Σας παρακαλώ μη με χτυπάτε άλλο. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσετε”. Ήδη ο ένας απ’ τους δύο ξεκουμπώνει το παντελόνι του, ενώ τα γουρουνίσια μάτια του γυαλίζουν πάνω στο καλοξυρισμένο πρόσωπό του. Ο μπαρμπα-Γιάννης δε χρειάζεται να δει άλλο. Με την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά απ’ ότι πρέπει πλησιάζει με σίγουρα, σταθερά βήματα. Με την άκρη του ματιού του, ξεχωρίζει κάποιους να προβάλουν στην άκρη της σκηνής.
Θέλει να φύγει -μπιπ. Πρέπει να φύγει. Αύριο θα ξυπνήσει νωρίς. Η μαμά του τον περιμένει το μεσημέρι για φαγητό. Ο νεροχύτης είναι -μπιπ- γεμάτος άπλυτα πιάτα. Το βράδυ θα βγει με τη γραμματέα του αφεντικού, τη Ντόρα. Του είπε ότι θα του ανοίξει -μπιπ- το δρόμο για να πάρει τη θέση του γερασμένου διευθυντή. Θα πάρει καινούριο σπίτι, καινούριο αυτοκίνητο, καινούρια γυναίκα, καινούρια ζωή. Μαζεύει όλη του τη δύναμη και προσπαθεί να φύγει. Ένα γεροδεμένο χέρι όμως τον κρατάει ακίνητο, σα να του ρουφά όλη τη θέληση. Με μια κίνηση τον πετά στα βρώμικα νερά της λίμνης. Χάνει τις αισθήσεις του καθώς βυθίζεται ανάμεσα σε δυο πέτρινες γοργόνες.
{Δυο μαύρες σκιές κρύβουν το φεγγάρι· δεν αφήνουν τη λευκή πριγκήπισσα να τραγουδήσει. Κραδαίνω το πειρατικό σπάθι μου και κάνω ρεσάλτο. Τα κοφτερά τους δόντια και τα βρώμικα νύχια που ματώνουν τη σάρκα της αγαπημένης μου, δε με φοβίζουν. Από τα στήθη μου αφήνω να ξεχυθεί η αρχαία κραυγή και νιώθω το θαλασσινό αεράκι να με ταξιδεύει με την ταχύτητα του ήλιου}.
Μια σταγόνα αίμα πέφτει πάνω στα χείλη του. Τη γλείφει με λαχτάρα και καθώς γεύεται την αλμύρα της, νιώθει την οργή να τον πλημμυρίζει. Αισθάνεται τις αρχαίες δυνάμεις του πάρκου να ξυπνούν. Η μορφή του αλλάζει, γιγαντώνεται. Καθώς πλησιάζει, η σκιά του σκεπάζει τα δύο τέρατα. Η ματιά του τους αγκαλιάζει, τους παραλύει. Τρομαγμένα, παρατούν το θύμα τους και τρέπονται σε φυγή. Μια βρώμικη φιγούρα τους κόβει, όμως, το δρόμο. Μια δεύτερη ακόμη πιο βρώμικη ξεφυτρώνει από πίσω τους ουρλιάζοντας και μ’ ένα σκουριασμένο σίδερο στο χέρι. Στην πρώτη τους κίνηση δέχονται απανωτά χτυπήματα. Με πολύ κόπο, ματωμένοι, ξεσκισμένοι, βρώμικοι καταφέρνουν να ξεφύγουν. Καθώς τα λαχανιασμένα βήματά τους χάνονται στο σκοτάδι, η σιωπή γυρνάει σιγά σιγά στο μεγάλο πάρκο.
Ο μπαρμπα-Γιάννης έσκυψε πάνω απ’ το σωριασμένο κορμί και το αγκάλιασε με στοργή. Σηκώθηκε με δυσκολία και με το πολυτιμο φορτίο στα χέρια του κίνησε για το σπιτικό του. Το γέρικο ξωτικό έσυρε τα βήματά του κάτω απ’ τη φυλλωσιά του αγαπημένου του δέντρου. Έκλεισε κουρασμένα τα μάτια του και ευχαρίστησε για άλλη μια φορά τη μητέρα Γη. Ο Τζων -μπιπ- ξύπνησε με την πρώτη ηλιαχτίδα και προσπάθησε να θυμηθεί τι συνέβη το περασμένο βράδυ. Στύλωσε το μουσκεμένο σώμα του και άνοιξε δρόμο ανάμεσα στη λάσπη της λίμνης και της συνείδησής του. {Κι αν είδα και πάλι τη σκιά της να χάνεται πίσω απ’ την ασημένια γέφυρα, το χάδι απ’ τα μαλλιά της θα δέσει κόμπο τα μάγια της γριάς με τα τρία πρόσωπα. Λύνω τον κάβο και αφήνω το θαλασσινό αεράκι να διώξει τον Άριελ απ’ το τιμόνι της Εσκοντίδας μου}
Ο Τζων -μπιπ- manager and administrator από χρόνια, άρχισε να βλαστημά την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε να πάει σ’ αυτή τη συνάντηση. Επανασύνδεση και -μπιπ- μαλακίες (Excuse me!). Μια παρέα ανίκανοι και άχρηστοι που αναμασούν νεανικές ιστορίες για να -μπιπ- ξεχάσουν τη μεγάλη τους κοιλιά, τ’ αφεντικό που κάθε μέρα τους πρήζει και το φτηνό δυάρι στο Μπραχάμι. Θυμόταν την πρώτη τους συνάντηση -έξι χρόνια αφού τέλειωσαν το σχολείο- όταν μόλις είχε τελειώσει το course του -μπιπ- στο αυθεντικό παράρτημα του B.L.B.UR University of Pullover στο Κεφαλάρι. Με πόση χαρά είχε φορέσει τη μεγάλη του στολή (καμπαρντίνα εγγλέζικη με ασορτί βαθύχρωμο κοστούμι, μεταξωτό πουκάμισο, εμπριμέ γραβάτα, παπούτσι Max von Sintof και γνήσιο ζελέ Βοημίας στο κεφάλι). Κι αυτοί οι αχρείοι αντί να τον αντιμετωπίσουν -μπιπ- με τον ανάλογο σεβασμό, όπως ταιριάζει σε ντόπιους ιθαγενείς, το μόνο που βρήκαν να πουν με φανερή κακεντρέχεια ήταν: “Πώς άλλαξες έτσι βρε Γιάννη; Θυμάσαι τότε που σε γιαούρτωσε η Σούλα αμέσως μετά την παρέλαση; Και τότε που ψήφισες κατά στην κατάληψη και σε πέταξαν στη δεξαμενή με τα σκατόνερα; Και τότε… και τότε…” Ένιωσε σε μια στιγμή όλο του το αίμα ν’ ανεβαίνει στο καλοσιδερωμένο -μπιπ- κεφάλι του. Όχι, λοιπόν, δε θα περάσει ξανά την ίδια δοκιμασία. Δεν τράβηξε τόσα και τόσα για να τον χλευάζουν -μπιπ- ένα μάτσο ανθρωπάρια. Με το αγέρωχο ύφος που είχε αντιγράψει απ’ τον “Τελευταίο αυτοκράτορα” πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και έκοψε δρόμο μέσα απ’ το μεγάλο πάρκο. Μπιπ.
Ο Τζόνι ήτανε κόκκαλο. Κανείς δε γνώριζε τίποτα παραπάνω. Περνούσε τις μέρες του στο μεγάλο πάρκο, χωμένος σε ένα βρώμικο αμπέχωνο και με βλέμμα απλανές. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν μισότυφλος γιατί σκόνταφτε συνέχεια πάνω σε περαστικούς. Κάποιοι άλλοι ότι ήταν μισοπάλαβος καθώς τον άκουγαν να σιγομουρμουρίζει ακατάπαυστα σε ρυθμό 7/8 χωρίς να μπορούν να βγάλουν άκρη τι λέει. Ο Τζόνι ήτανε απλά κόκκαλο. Τι έτρωγε; Πώς φτιαχνόταν; Μυστήριο άλυτο για τους συνταξιούχους κοινωνικούς αναλυτές που σύχναζαν τα πρωινά στα παγκάκια. {Οι μέρες ξεφυτρώνουν κάθε μέρα και πιο σκοτεινές. Και όταν έρθει ο μεγάλος καπετάνιος και μου ζητήσει τα λάφυρα που έχω μαζέψει πώς θα βρω το μονοπάτι να τον ακολουθήσω στο βασίλειο με τις ατέλειωτες γαλέρες και τα τραγουδιστά κοράλια}. Κάποια βράδια βέβαια τα πέρναγε στη στενή. Γιατί όταν ο μπάτσος της γειτονιάς τέλειωνε την περιπολία με λευκό μπλοκάκι και άδεια χέρια γνώριζε ότι υπήρχε πάντα η λύση του Τζόνι και τον μπουζούριαζε για χρήση, κατοχή, επαιτεία, βιασμό, εξανδραποδισμό και αντίσταση κατά της αρχής, της μέσης ή του τέλους ανάλογα με το φεγγάρι. {Συχνά αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλά μου τα πράσινα μάτια της γοργόνας με τα μαγεμένα όστρακα, μα το χιόνι της καρδιάς της με παγώνει. Στη γριά βάρκα μου σαπίζει εδώ και χρόνια η κορδέλα απ’ τα γαλάζια αφρισμένα μαλλιά της}. Σε λίγες μέρες όμως ο Τζόνι ήταν πάλι εκεί και ήταν πάντα κόκκάλο• στο μεγάλο πάρκο.
Η κούραση του είχε παραλύσει σώμα, μυαλό και καρδιά. Χρόνια τώρα, καθώς γυρίζει σπίτι τα βράδια, νιώθει μια πίκρα να γεμίζει το στόμα του. Κάποτε πάλευε για το κόμμα, την ιδέα, το αύριο. Τώρα παλεύει για το καθημερινό πιάτο, το δικό του, της γριάς και του άνεργου γιού του. Τα γόνατά του τρίζουν, καθώς τα τρύπια παπούτσια του βυθίζονται στα λασπωμένα μονοπάτια του μεγάλου πάρκου. Σταματάει για λίγο για να βρει την ανάσα του. Ο γιατρός του έχει πει ότι είναι πολύ μεγάλος για να δουλεύει πια. Πως ήρθε η ώρα να ξεκουραστεί. Γιατρός όμως είναι. Τι να ξέρει από το βάθος της δερμάτινης πολυθρόνας του; Βυθισμένος μες στη σκέψη του ο μπαρμπα-Γιάννης, μόλις που κατορθώνει να ξεχωρίσει μια γυναικεία κραυγή απ’ το βάθος του πάρκου. Κρατάει την ανάσα του για μια στιγμή και ξανακούει την ίδια κραυγή πιο δυνατή, πιο πονεμένη. Στο ξέφωτο δίπλα στη λίμνη ξεχωρίζει τρεις σκιές. Δυο νεαροί με ξυρισμένα κεφάλια κρατούν γονατιστή μια κοπέλα και την χτυπούν. Καθώς το φως του φεγγαριού πέφτει πάνω της, βλέπει το πρόσωπό της να συσπάται από τον πόνο. Είναι όμορφη. Μοιάζει για ξένη, από κάποια χώρα του ανατολικού βορρά. Ανάμεσα στα βογγητά της ακούγεται να λέει με σπασμένα ελληνικά: “Σας παρακαλώ μη με χτυπάτε άλλο. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσετε”. Ήδη ο ένας απ’ τους δύο ξεκουμπώνει το παντελόνι του, ενώ τα γουρουνίσια μάτια του γυαλίζουν πάνω στο καλοξυρισμένο πρόσωπό του. Ο μπαρμπα-Γιάννης δε χρειάζεται να δει άλλο. Με την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά απ’ ότι πρέπει πλησιάζει με σίγουρα, σταθερά βήματα. Με την άκρη του ματιού του, ξεχωρίζει κάποιους να προβάλουν στην άκρη της σκηνής.
Θέλει να φύγει -μπιπ. Πρέπει να φύγει. Αύριο θα ξυπνήσει νωρίς. Η μαμά του τον περιμένει το μεσημέρι για φαγητό. Ο νεροχύτης είναι -μπιπ- γεμάτος άπλυτα πιάτα. Το βράδυ θα βγει με τη γραμματέα του αφεντικού, τη Ντόρα. Του είπε ότι θα του ανοίξει -μπιπ- το δρόμο για να πάρει τη θέση του γερασμένου διευθυντή. Θα πάρει καινούριο σπίτι, καινούριο αυτοκίνητο, καινούρια γυναίκα, καινούρια ζωή. Μαζεύει όλη του τη δύναμη και προσπαθεί να φύγει. Ένα γεροδεμένο χέρι όμως τον κρατάει ακίνητο, σα να του ρουφά όλη τη θέληση. Με μια κίνηση τον πετά στα βρώμικα νερά της λίμνης. Χάνει τις αισθήσεις του καθώς βυθίζεται ανάμεσα σε δυο πέτρινες γοργόνες.
{Δυο μαύρες σκιές κρύβουν το φεγγάρι· δεν αφήνουν τη λευκή πριγκήπισσα να τραγουδήσει. Κραδαίνω το πειρατικό σπάθι μου και κάνω ρεσάλτο. Τα κοφτερά τους δόντια και τα βρώμικα νύχια που ματώνουν τη σάρκα της αγαπημένης μου, δε με φοβίζουν. Από τα στήθη μου αφήνω να ξεχυθεί η αρχαία κραυγή και νιώθω το θαλασσινό αεράκι να με ταξιδεύει με την ταχύτητα του ήλιου}.
Μια σταγόνα αίμα πέφτει πάνω στα χείλη του. Τη γλείφει με λαχτάρα και καθώς γεύεται την αλμύρα της, νιώθει την οργή να τον πλημμυρίζει. Αισθάνεται τις αρχαίες δυνάμεις του πάρκου να ξυπνούν. Η μορφή του αλλάζει, γιγαντώνεται. Καθώς πλησιάζει, η σκιά του σκεπάζει τα δύο τέρατα. Η ματιά του τους αγκαλιάζει, τους παραλύει. Τρομαγμένα, παρατούν το θύμα τους και τρέπονται σε φυγή. Μια βρώμικη φιγούρα τους κόβει, όμως, το δρόμο. Μια δεύτερη ακόμη πιο βρώμικη ξεφυτρώνει από πίσω τους ουρλιάζοντας και μ’ ένα σκουριασμένο σίδερο στο χέρι. Στην πρώτη τους κίνηση δέχονται απανωτά χτυπήματα. Με πολύ κόπο, ματωμένοι, ξεσκισμένοι, βρώμικοι καταφέρνουν να ξεφύγουν. Καθώς τα λαχανιασμένα βήματά τους χάνονται στο σκοτάδι, η σιωπή γυρνάει σιγά σιγά στο μεγάλο πάρκο.
Ο μπαρμπα-Γιάννης έσκυψε πάνω απ’ το σωριασμένο κορμί και το αγκάλιασε με στοργή. Σηκώθηκε με δυσκολία και με το πολυτιμο φορτίο στα χέρια του κίνησε για το σπιτικό του. Το γέρικο ξωτικό έσυρε τα βήματά του κάτω απ’ τη φυλλωσιά του αγαπημένου του δέντρου. Έκλεισε κουρασμένα τα μάτια του και ευχαρίστησε για άλλη μια φορά τη μητέρα Γη. Ο Τζων -μπιπ- ξύπνησε με την πρώτη ηλιαχτίδα και προσπάθησε να θυμηθεί τι συνέβη το περασμένο βράδυ. Στύλωσε το μουσκεμένο σώμα του και άνοιξε δρόμο ανάμεσα στη λάσπη της λίμνης και της συνείδησής του. {Κι αν είδα και πάλι τη σκιά της να χάνεται πίσω απ’ την ασημένια γέφυρα, το χάδι απ’ τα μαλλιά της θα δέσει κόμπο τα μάγια της γριάς με τα τρία πρόσωπα. Λύνω τον κάβο και αφήνω το θαλασσινό αεράκι να διώξει τον Άριελ απ’ το τιμόνι της Εσκοντίδας μου}