Μεγαλώσαμε



Πρώτη φορά γεννηθήκαμε κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ή τις αρχές του ‘80. Μας υπολογίζω να πεθάνουμε για τελευταία φορά μέσα στις δεκαετίες ‘050-‘060. Για φαντάσου: η δεκαετία, λέει, μηδέν πενήντα, μηδέν εξήντα. Γνήσια τέκνα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας που μας έμελλε η μοίρα ν’ ακούσουμε πολλές φορές αυτό τον ιστορικοπολιτικό ορισμό. Χαρισματική γενιά, μεταπολιτευτική, πόσα πολλά δώρα δέχθηκες.

Υγρά τα μάτια μας παρακολούθησαν τους τσακωμούς των προγόνων μας στο καφενείο "ΤΟ ΥΠΑΡΧΩ", την ταβέρνα, την αυλή του σπιτιού μας που μοσχοβολούσε δυόσμο και βασιλικό. Οι παππούδες να τρώγονται για τον εμφύλιο και να χωρίζονται σ’ αντάρτες και ταγματασφαλίτες, σε Έλληνες και αντί. Ήταν όλοι αδέλφια που ξεριζώθηκαν απ' την ίδια μήτρα και στην ίδια μήτρα ρίζωσαν τα λευκά τους ριζικά. Οι πατέρες μας, πάλι, διακρίνονταν σε χουντο-βασιλικούς ή αριστερούς, σε ρουφιάνους ή επαναστάτες. Διχασμένες πολιτικές, διχοτομημένοι άνθρωποι, πάθη διφυή!

Γλώσσα διπλή! Άλλοι μας είχαμε στην οικογενειακή βιβλιοθήκη Παπαδιαμάντη και Ροΐδη, άλλοι Καζαντζάκη και Λουντέμη. Άκουγες που η μία είναι τέχνη και η άλλη δεν είναι, που η μία είναι γλώσσα καθαρή και η άλλη αλήτισσα του δρόμου. Αλλίμονο αν η γλώσσα δεν είναι ενιαία, αλλίμονο αν η τέχνη είναι φερέφωνο της μιας ή της άλλης ιδεολογίας (ιδιοτυπίας).

Οι περισσότεροι είχαμε τη χαρά (δώρο) να ζούμε διπλή ζωή: μία στην πόλη, διακοπές στο χωριό. Στις γιορτές χαζεύαμε τις γιαγιάδες ν’ ασβεστώνουν τα πέτρινα σπίτια, να ζυμώνουν ψωμί, να γεμίζουν το κοφίνι με λαχανικά απ’ το περβόλι, να κερνάνε λουκούμια που ποτέ δεν φάγαμε και μια κατοστάρα νερό. Αμολιόμαστε σα θηρία στα λαγκάδια να παίξουμε, να λασπωθούμε, να κολυμπήσουμε στην αποθήκη με τ’ άχυρα και τις ψείρες, να γδάρουμε το δέρμα μας, ξυπόλυτα, και αυτό να αναγεννάται. Φιλούσαμε τα γερόντια στον τρύγο και κολλούσαμε τα μουτράκια μας στο πισινό παμπρίζ να δούμε δυο σκυφτές φιγούρες πώς ξεθωριάζουν. Τελευταίοι φύλακες μιας λιτότητας επαρχιακής!

Στην πόλη, τα πράγματα κυλούσαν διαφορετικά. Κάποτε μέναμε σε φτωχικές μονοκατοικίες μ’ αυλές και πολλά παράθυρα. Γειτονιές με μπουρδέλα, καμίνια, πορείες κι εργάτες. Παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό, κρυφοκυνηγητό, εφτάπετρο, κουτσό, πατίνι και ποδήλατο. «Με την αφοβία σα σημαία…» και καθοριστικό ερωτισμό, με μόνο κίνδυνο εκείνο το γέρο που μας απειλούσε με τ’ αεροβόλο, καβάλα σ’ ένα τρίκυκλο, χρώματος θαλασσί.

Σύντομα μετακομίσαμε σε γκρίζους πολυόροφους όγκους πολύ ξένους στ’ ανθρώπινα μέτρα. Δίχως γδαρμένα γόνατα, δίχως… Γυμνά μας πόδια, οι πληγές έγιναν άλλου τύπου. Ήταν εκείνη τη χρονιά που ήρθε στο φως ο φωταγωγός (άλλο δώρο). Έκτοτε, τρώνε με χρυσά κουτάλια διαμαντένια μακαρόνια, οι επιστήμονες που ειδικεύονται στον κλάδο: «αρχιτεκτονική προσαγωγής φωτός σε κλειστό (δια)μέρισμα». Ιδρύθηκε και το ομόλογο σωματείο που κάνει ομηρικούς καυγάδες με το σωματείο αρχιτεκτόνων απαγωγής φωτός από κλειστό (δια)μέρισμα.

Γιατί, σου λέει, δε μπορείς εσύ κύριε να ‘κονομάς ως προσαγωγός φωτός επ’ άπειρον. Επιστήμονες άνθρωποι τιτλοφορούμεθα και πρέπει να επιβιώσουμε. Αν ασχοληθήκαμε με την απαγωγή φωτός ήταν για να κρατήσουμε την ισορροπία. Άλλωστε, όση ποσότητα φωτός προσάγεται, άλλη τόση ποσότητα φωτός απάγεται, πάση θυσία, σ’ ένα κλειστό κύκλωμα. Είναι, πάση θυσία, η αρχή διατήρησης της ενέργειας και ούτε λεπτό παραπάνω. Εσείς μελετάτε τους τρόπους προσαγωγής και εμείς, τους τρόπους απαγωγής. Θα ενθυμούμαστε όλοι την κορύφωση της διαμάχης με τη δολοφονία ενός προσαγωγού απ’ έναν απαγωγέα. Είχαν βουήξει οι τηλεοράσεις και οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας λαμπτήρων!

Αλλά τι να πρωτοθυμηθούμε που ήμαστε μικρά. Παρακολουθούσαμε την πρωινή τηλεοπτική ζώνη που περιείχε στρουμφάκια, αστραπόγατες, μίκυ μάους κ.ά.! Κατά τη διάρκεια των διαφημίσεων το ρίχναμε στην εκπαιδευτική τηλεόραση. Τα βραδάκια έβαζε αμερικανοσοβιετικές συμπαραγωγές ψυχροπολεμικής προπαγάνδας που συνοδεύαμε με πίτσα. Η μυρωδιά της πίτσας και η πλανώμενη ποδαρίλα, έδινε μια περίεργη οσφρητική συνισταμένη: τη μυρωδιά που έχει το μούσμουλο.

Τον υπόλοιπο καιρό λαμβάναμε μαθήματα αμερικανικής αγγλικής, βρεττανικής αγγλικής και ακουστικής κιθάρας. Το πιάνο με τα γαλλικά μεταμορφώθηκε σε αγγλικά με κιθάρα. Στα ελληνικά, τετράδιο γενικό πρόχειρο και γυμνάσιο με την βορειοκορεατική τεχνική ΡΙ ΛΑ ΣΤ ΦΩ. Στα ελληνικά θα πει ρίξε λάδι στη φωτιά εξ ου και το λαϊκό άσμα: Ρίξε κόκκινο στη νύχτα ρίξε λάδι στη φωτιά ο, ο, ο. Στην πραγματικότητα το τελευταίο είναι μεταφορά του κορεατικού ΡΙ ΚΟ ΣΤ ΝΥ, ΡΙ ΛΑ ΣΤ ΦΩ ΧΑ ΧΟΥ ΧΟ και το γνωρίζαμε πολύ καλά εμείς αυτό, το βροντοφωνάζαμε σα πλακωνόμαστε στο γυμναστήριο.

Όταν φτάσαμε, κουρασμένοι απ’ τα παραπάνω, στην εφηβεία, τα δώρα συνέχισαν νά ‘ρχονται. Αρκεί να ομολογήσω πως θυσιάσαμε τον παρθενικό μας αυνανισμό στη δροσερή κι ανάλαφρη προσωπικότητα μιας γερμανίδας πορνοστάρ, την οποία εντοπίσαμε εκείνο το καλοκαίρι σε ένα κάμπινγκ. Το ίδιο φεγγάρι, χορεύαμε με ροδισμένα μάγουλα τα κοριτσάκια στα πάρτι υπό τους ρυθμούς αμερικανοσαξωνικής μουσικής. Μεθούσαμε με βότκα (προμηθευμένη απ’ την ανατολή) πορτοκάλι (απ’ τη fantaστική δύση).

Δοκιμάσαμε το πρώτο μας τσιγάρο -marlboro μαλακό παρακαλώ- με τον πρώτο μας κουνιστό καφέ στην καφετέρια της πλατείας με τα πολλά μηχανάκια. Η καφετέρια λεγόταν «Σεϋχέλλες», τα μηχανάκια ήταν ιαπωνικά. Εκεί παίζαμε διάφορα ηλεκτρονικά παιχνίδια, όμοια μ’ αυτά του προσωπικού μας playstation.

- Θεέ μου, συγχώρα με που κάποια πράγματα στο οικείο περιβάλλον μας, ορίζονται μόνο με ξενόγλωσσες εκφράσεις.
- Συγχωρεμένος νά ‘σαι…
- Θεέ μου, το ξέρω ότι δε θα με συγχωρήσεις αν βρίσω αλλά μαλ - μπουρο = μαλακία + μπούρδα.
- Να ‘γιάσεις παλληκάρι μου…

Ένα σπουδαίο δώρο ήταν η Ελενίτσα. Η Ελενίτσα ξεπαρθένιασε όλη την παρέα, της χρωστάμε πολλά. «Ανδρωθήκαμε» με τούτο το δώρο και μπήκαμε σε μια επαναστατική, όψιμη περίοδο. Αφήσαμε μακριά μαλλιά, βάλαμε σκουλαρίκια, αναρτήσαμε στο δωμάτιό μας αφίσσες του Τσε και άλλων ροκ σταρ, χτυπιόμαστε στις υπαίθριες συναυλίες θέτοντας εαυτούς εκτός συστήματος. Αναζητήσαμε τη μαγεία σ’ ανατολικές φιλοσοφίες, στη χίπισσα μητέρα μας, στις κομμουνιστικές βροντολαλιές, τα κόκκινα περιβραχιόνια. Όμορφες, ονειρεμένες εποχές. Στην προσπάθεια να χτίσουμε ένα προσωπικό θρύλο, κινούμαστε και αναπνέαμε ανυποψίαστα με τη συνοδεία φτηνής αλβανικής μπουρούχας που προσφέρεται απλόχερα σέ ‘να «εκτός συστήματος» κύκλωμα.

Τα τελευταία χρόνια ήρθαν κι άλλα δώρα: Η παγκοσμιοποίηση, ο υπερκαταναλωτισμός, τα κινητά! τα κινητά των κινητών. Σε πολλές έννοιες μπήκε το πρόθεμα μετα-. Μετακαπιταλισμός, μεταεπαναστατική περίοδος, μετασωτήρες των σωτήρων. Ευτυχώς, για όλους μας, τα δώρα παρέμειναν δώρα και δεν εξελίχτηκαν σε μεταδώρα.

Νέοι σύγχρονοι φοιτητές είμαστε με συνήθειες γέρων και ενδιαφέροντα ποντικού. Φαντάζουμε ποντικάκια - πειραματόζωα που κοπιάζουν να κυλήσουν εκείνο τον τροχό και ποτέ δε μετατοπίζονται, παραμένουν στην ίδια θέση. Αν θελήσει κανένα να δράσει αντίθετα τότε το μόνο που αλλάζει είναι η φορά της κινήσεως. Ο τροχός συνεχίζει την κυκλική του πορεία, τη μάταιη, την πορεία που κάθε σημείο είναι ταυτόχρονα και αρχή και τέλος.

Μια μετάλλαξη σε τυφλοπόντικα θα ήταν λυτρωτική. Και αυτό διότι, οι τυφλοπόντικες καίτοι τυφλοί, τρυπάνε τη γης, σκάβουνε τα χώματα, κατασκευάζουν διόδους και αναμοχλεύουν τα αφανέρωτα.

Θ’ αναρωτηθεί κάποιος: Αν φορέσουμε μαύρα ρούχα και δεν λείψουμε απ’ τις παρουσιάσεις της κινηματογραφικής, φωτογραφικής, λογοτεχνικής λέσχης; Αν διαβάσουμε και αναμασήσουμε ένα - δυο ποιητές και τους υμνούμε στις συζητήσεις μας; Αν παραγγέλναμε δυο ποτήρια μπύρα ίσαμε το κεφάλι μας; Αν, αν…; Ίσως κι άμα και θα (να ξανακοιτάξω στο συντακτικό τους συνδέσμους)…

Συνδεθήκαμε άπαξ και δια παντώς με τη μοίρα αυτής της κοινωνίας, την κοινωνία της αφθονίας, όπου τα δώρα συρρέουν αθρόα. Τα δώρα σίγουρα συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτού που είμαστε μέχρι τώρα. Γι' αυτό που θα γίνουμε την επόμενη στιγμή φέρουμε πλήρη την ευθύνη. Ήρθε η στιγμή να ‘πούμε το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι. Το βέβαιο είναι πως μεγαλώσαμε…



Το έγγραφο αυτό ανακαλύφθηκε σήμερα, μέρα του 2051, σ’ ένα ξεχασμένο συρτάρι του γραφείου μου. Το τσαλακώνω και το πετάω στα σκουπίδια.