Άλλη μια ιστορία
Τριγύρναε μονάχος του, σφιχτά φασκιωμένος σε μια τσόχινη καμπαρντίνα. Με τό ’να χέρι στην τσέπη και τ’ άλλο στα πέτα, να καλύπτει λαιμό και στόμα, βάδιζε όλο. Το κεφάλι το ’χε χαμηλωμένο. Κοίταε τα πόδια να παγαίνουν μπρος. Πήγαινε μπρος. Είχε βαδίσει τον κόσμο ολάκερο και δυο και τρεις φορές. Πάτησε κάθε σπιθαμή της γης. Κάθε ψυχή που ’ταν θαμμένη από κάτω τηνε γνώριζε. Τι ’χε τραβήξει, πότε την πρόδωσαν, πόσο βαθιά είχε αγαπήσει. Πώς πέθανε· κι αν είχε δίκιο τέλος.
Περπάταε και περπάταε, αυτή ’ταν η δουλειά του. Άλλοτε αργά, άλλοτε γρήγορα. Κοντοστεκόταν συνεχώς. Όχι γι’ ανάσες, μήτε απ’ ανάγκη για ύπνο ή τροφή. Στεκότανε ίσαμε δυο στιγμές, ίσα ένα δάκρυ του να δώσει φόρο, τιμής, σ’ αυτόν που πέθανε εκεί δα. Πότε αγρότη που τονε τρύπησε το ατσάλι κάποιου σπουδαίου καβαλάρη, πότε γριάς που λύγισε στο βάρος του φορτίου κι απόμεινε στο χώμα, πότε παρθένας που σφαγιάστηκε στο τέμπλο ενός Θεού.
Ήτανε τέτοιος, κριτής. Τον είχαν χρίσει τέτοιον οι νεκροί, οι ξεχασμένοι. Τον είχαν χρίσει επιστάτη. Να τριγυρνά στους τάφους. Να δακρύζει. Και να μιλά.
Φορές στεκότανε να ερωτευτεί. Σήκωνε από το χώμα το κεφάλι κι αγνάντευε την ομορφιά. Όχι στη γη. Ήταν γι’ αυτόν νεκροταφείο. Πέρα, μακριά, στον ήλιο. Στο φεγγάρι. Ερωτεύόταν κοπελιές, με πυρωμένα χείλη, με ξέπλεκα βελούδινα μαλλιά, μ’ ορθό κορμί λυγέριο κι ουράνια μάτια. Ερωτευόταν νιους, με ατσαλένιο στέρνο, με παθιασμένη ορμή. Γριές αρχόντισες και ξωτικά που παιχνιδίζαν. Ελάφια κι αετούς. Ερωτευότανε το σαπισμένο του κορμί.
Μα το χαμόγελο του ερωτευμένου κράταε λίγο. Ίσα ένα βήμα. Κι ένας ακόμη νιος σωριάζονταν στη γη μ’ ένα μαχαίρι απά στη σπάλα -ένα παιδί όλο ζωή που ’χε αγαπήσει λάθος. Και μιαν ανάσα δίπλα, γυναίκες και παιδιά και στρατιώτες μες το πεδίο μια βόμβας κι ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά και μάτια παγωμένης λίμνης, μάγισσα, να κραυγάζει μες τις φλόγες.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ποιητής. Μίλαε στον κόσμο. Έλεε τις ιστορίες που ’ξερε. Μίλαε για την αδικία και την ασχήμια, το φόνο. Μα μίλαε άδικα.
Σα βάδιζε ξανά, πάταε κι άλλους τάφους. Νέους. Άδικους. Κι αναρωτιότανε, και ζύγιζε τον πόνο με την ύπαρξη, τον άδικο θάνατο με τη ζωή των φονιάδων. Κι έκλαιε τα δάκρυα σωρό.
Μα όσο κι αν έκλαιε, το κλάμα δε γινότανε ποτάμι να ξεπλυθεί το κρίμα. Ή να πνιγούν οι άνθρωποι. Κι έτσι άναψε ένα κερί πάνω σε κάθε τάφο που σκάφτηκε άδικα. Κι έκαψε τον κόσμο. Εποίησε το τέλος.