Η θλιβερή ζωή του Ευθύμη Πολυπροκόπουλου



«το 73% των μακροχρόνιων αναρρωτικών αδειών
που δίνονται σε αστυνομικούς και δεσμοφύλακες
έχουν ως αιτιολογία διανοητικές ασθένειες»
[αναφορά του Μ. Φουκό/ “ΟΜΕ”]



Αστυνομικός. Κοινώς, μπάτσος. Εθνικώς, υπερήφανος. Στο μυαλό του χουρχουλεύει μια Μεγάλη ιδέα. Όχι σαν κάτι αφηρημένο. Η ιδέα για τον Ευθύμη Πολυπροκόπουλο, είναι κάτι απτό. Εν δυνάμει. Το “δυνάμει” βρίσκεται στο γκλομπ του. Το γκλομπ του είναι μια προέκταση του φαλλού του. Και ο φαλλός του μια διασκευή του μυαλού του. Ο Ευθύμης, για να το πούμε απλά, τουφεκίζει κατάστηθα τον εθνικό κίνδυνο: Δέρνει ρεμάλια όπως γαμεί πουτάνες.

Ή και το αντίστροφο: Δέρνει πουτάνες όπως γαμεί ρεμάλια. Το πρώτο τον προβληματίζει ιδιαίτερα. Γιατί το πληρώνει. Καμιά Κυβέρνηση δεν προνόησε γι’ αυτά τα έξτρα έξοδά του. Άσε που κάθε Κυβέρνηση εκσυγχρονίζει την Αστυνομία. Ο Ευθύμης σιχαίνεται τον εκσυγχρονισμό. Το φιλοσοφεί: Παλιότερα οι μπάτσοι θεωρούνταν ήρωες. Γαμούσαν κι έδερναν. Έδερναν με ασπιδιές, γκλομπιές, κλωτσιές. Χωρίς να δίνουν σε κανέναν λογαριασμό. Τώρα ακόμη δε δίνουν σε Κανέναν λογαριασμό. Αλλά αντί για τη μάχη σώμα με σώμα, δουλεύουν από απόσταση. Με δακρυγόνα, χημικά, κάμερες και τα τοιαύτα. Η Χημεία και η Τεχνολογία έχουν χαλάσει την έννοια της Καταστολής. Απομακρύνουν τον καταστολέα-εκτελεστή από το αντικείμενο της καταστολής. Του στερούν τη χαρά της άμεσης επαφής.

Γι’ αυτό ο Ευθύμης δέρνει και τις πουτάνες. Γιατί έχουν το θράσος να ζητάνε προφυλακτικό.

Κατά τ’ άλλα, ο Πολυπροκόπουλος είναι ευσυνείδητος. Ξέρει καλά τη δουλειά του. Γιατί είναι κι αυτό ένα ζήτημα διπλό. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι ντύνεται τη στολή του για να τους προστατεύει από τους εγκληματίες. Ο Ευθύμης γνωρίζει -από προσωπική πείρα- ότι το ποσοστό των παθολογικών εγκληματιών, σε κάθε χώρα, μετριέται άνετα στα δάχτυλα του απειλητικού χεριού του. Όχι. Μία είναι η δουλειά του Ευθύμη. Να προστατεύει τους πολίτες από τους πολίτες που προσπαθούν να προστατευθούν. Η διατήρηση της Έννομης Τάξης, το νταβατζιλίκι, είναι άκρως οικείο επάγγελμα.

Ο Ευθύμης Πολυπροκόπουλος θεωρεί τον εαυτό του τιμημένο απόγονο της γαλλικής φυλής των Υψηλών Αστυνόμων. Και δε θεωρεί τον εαυτό του όργανο κανενός. Ό,τι κάνει, το κάνει γι’ αυτόν. Τυχαίνει η θέλησή του να συμπίπτει με εντολές της Κυβερνήσεως. Η Κυβέρνηση πολλές φορές του θυμίζει τη γριά του. Στρίγγλα και νταρντάνα. Άμοιρη όμως χωρίς το γερο-Στρατηγό και το Γιο της. Χωρίς Νόμους… φαφούτα, χωρίς μασέλα. Και δίχως το Κάτεργο… γυφτοκουρελού.

Ο Ευθύμης πάλι το θεωρεί άδικο να στέλνουν τα καθάρματα στο κάτεργο. Για τους υπόλοιπους. Η Φυλακή είναι μια ηλίθια κατασκευή που πιάνει χώρο και χρήμα. Το κόστος θα ήταν ελάχιστο αν απλώς τουφέκιζαν αυτούς τους αλήτες.

Εκει βρίσκει ο Πολυπροκόπουλος το νόημα: στους υπόλοιπους. Στους συνανθρώπους. Οι φίλοι του είναι οι πιο διαλεχτοί από αυτούς. Το πιο καλό του όμως φιλαράκι είναι ο Καθρέφτης. Πιστός και υπάκουος. “Ξυρίσου ρε”, του λέει, και ξυρίζεται. “Ξύσου ρε”, του φωνάζει και ξύνεται. Υποτακτικά. Ο μόνος σωστός. Ο πιο νομοταγής. Ο πιο χρήσιμος. Ο μόνος που κάνει αμέσως, δίχως δεύτερη σκέψη, με απόλυτη ταπεινοσύνη, ό,τι του λέει αυτός. Και μόνον αυτός.