Καλλίπολη
Η Καλλίπολη φωτίστηκε
από τα κατάβαθά της,
από τη σάρκα
που κυκλοφορεί στα όριά της,
από την πρασινάδα
που μεταμορφώνει το μενεξέ σε άπειρο.
Η Καλλίπολη ζητήθηκε με κραυγές
και άρχισε όχλος να την περιτριγυρίζει
σαν από πάντα
να έμοιαζε με τίποτα.
Ο κάλλιστος οδηγός,
το κάλλιστο λίπασμα
για να γίνει ξανά το χρυσάφι, δαχτυλιδάκι.
Το σαλιγκάρι προχωρά και προχωρά
στα βάθη της ιστορίας των σαλιγκαριών.
Ένα λάθος,
μια κακή εκτίμηση,
και μπαίνει στη χώρα των κοχυλιών,
αναμάρτητο,
χωρίς τη γλοιώδη του καρδιά να κουβαλά.
Παντρεύτηκε το σαλιγκάρι,
για ταίρι του το κοχύλι πήρε
και τα γεννητούρια ενός μπάσταρδου
σαν η μόνη προοπτική,
άρχισαν να φαίνονται και να φοβίζουν.
Μια Καλλίπολη μπλέχτηκε με μια άλλη
περιμένοντας τώρα τον απόγονο,
αφήνοντας το σύνολό τους στο πίσω μέρος του μυαλού.
Οι φωνές ξυπνούν,
μεταμορφώνουν την Καλλίπολη
σε μιας αρένας το αίσθημα.
Μια μυρωδια πτωμάτων αναβλύζει,
τον μενεξέ τον πνίγει,
για να μείνει στο τέλος
πυκνό,
αμέτρητο,
ορφανό το πράσινο.