Το καλοκαιράκι



Εγώ - δουλειά, η ζωή μου όλη, απ' το πρωί απ' τις εφτά κι ένα διαρκές βουητό από ένα τηλέφωνο που δε σηκώνει κανείς, γιατί όλοι -πρώην άνθρωποι- δουλεύουν σκυμμένοι και είναι καλοκαίρι κι έξω κάνει ζέστη, μέσα φουντζίτσου, μια λάμπα φθορίου φθείρει το χρώμα του δέρματός μας και το τηλέφωνο αυτό χτυπάει, χτυπάει, χτυπάει και για πλάκα σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει αυτό το τηλέφωνο, είναι η ανάμνηση ενός άλλου τηλεφώνου που χτυπούσε χθες, ο απόηχος ενός βουητού που κάποτε εντυπώθηκε και από τότε υπάρχει στη φαντασία μας μια και κάθε μέρα είναι ίδια και δεν μπορώ να ξεχωρίσω το πραγματικό απ' το ψεύτικο, άσε λοιπόν το τηλέφωνο να χτυπάει και σκύψε στη δουλειά σου.

Γίνονται κάποια διαλλείματα, για καφέ, για τσιγάρο, κάνα καλαμπούρι που βιάζει το γέλιο μου, κάνα γκομενιλίκι απ' αυτά τα ανώμαλα στο χώρο εργασίας και μετά ξανά βυθίζομαι στην αναδρομική ρουτίνα μου, με αριθμούς, απολογισμούς, ισολογισμούς, στου γραφείου τη βουή (το τηλέφωνο του μυαλού μου πάντα στο background) και έτσι είναι, σαν το κολύμπι, μακροβούτι σε σκοτεινό βυθό, έλλειψη οξυγόνου, η επιφάνεια μακριά, άνοδος, άνοδος, ΑΕΡΑΣ (τσιγάρο), βουτιά, κάτω, ΑΣΦΥΞΙΑ, άνοδος, άνοδος, ΑΕΡΑΑΑΑΣΣΣ... Και είναι καλοκαίρι.

Όλα παγώνουν. Θυμάμαι τη Σαμοθράκη, τον καταρράκτη, τη λίμνη, τα τζιτζίκια, τους φίλους μου, θυμάμαι το πρωί που ξυπνούσες και ο ήλιος μάς έκαιγε γιατί κοιμόμασταν ελεύθερα σε ένα ξεφωτάκι, δικό μας, και φιλιόμασταν και είχες γεύση από κρασί και σ' αγαπούσα χωρίς να στο λέω ποτέ, έτσι σ' αγαπούσα, απλά, κι ας μην το έλεγα, σ' αγαπούσα γιατί ήσουν μαζί μου και ήμουν μαζί σου μέσα στο δάσος... Όλα παγώνουν.

Έχω κάνει ένα λάθος σε μια πρόσθεση 542 εξαψήφιων αριθμών κι έχω ένα έλλειμα 1278 δραχμές, που αφαιρούνται από τις πιστώσεις, άρα αλλάζει η κατηγορία χρέωσης και το λάθος είναι πολύ σημαντικό, το τμήμα καθυστερεί εξ αιτίας μου και ο προϊστάμενος μού φέρνει τα τιμολόγια με ένα κακό χαμόγελο και μου λέει αν έχω τελειώσει το δημοτικό και να ξανακάνω την πρόσθεση, κι εγώ έχω τελειώσει ένα ΤΕΙ του κώλου και πραγματικά δεν ξέρω από πρόσθεση, ξέρω από αφαίρεση όμως, μου αφαιρείται όλη μου η ανθρωπιά αλλά δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ αυτό γιατί πρέπει να προσθέσω ξανά 542 εξαψήφιους αριθμούς που πρόσθεσα και χτες αλλά είχα ένα λάθος 1278 δραχμές που αφαιρούνται… και... να... πιάνω… την… αριθμομηχανή… και… αρχίζω...

Όλα παγώνουν...

Είχαμε πάει σε μια πορεία, για το ασφαλιστικό. Ανέβαινε το όριο σύνταξης, όλος ο συνδικαλιστικός χώρος σε κινητοποιήσεις, μεγάλη πορεία οργανωμένη από το ΚΚΕ (οργανώσου με το ΚΚΕ) αλλά θα συμμετείχαν όλοι, ακόμα και αναρχικοί και πήγαμε η παρέα, μπήκαμε στο μπλοκ με τα μαύρα και τα παιδιά είχαν φέρει και μολότωφ για παν ενδεχόμενο και περιμέναν κάποια ένταση να χτυπήσουν, αλλά φυσικά η ένταση δεν ήταν προγραμματισμένη, προγραμματισμένο ήταν να μη γίνει τίποτα και να πάμε όλοι σπίτια μας, και μετά συζητάγαμε και λέγαμε απρογραμμάτιστα να χτυπήσουμε και στ' αρχίδια μας το ασφαλιστικό, η μισθωτή εργασία είναι σκλαβιά κι εγώ τότε ήμουν μικρή, εννοώ δεν είχα δουλέψει ποτέ, μόνο σπούδαζα λογίστρια κι εσύ έλεγες να σπάσουμε την τράπεζα και να τρέξουμε, αλλά εγώ φοβόμουν γιατί δεν είχα δουλέψει ποτέ και αν είχα δουλέψει θα ήξερα ότι πρέπει να φοβάμαι τη δουλειά κι εσύ μου το έλεγες, αλλά εγώ δεν είχα δουλέψει και δε φοβόμουν και να... τώρα δε φοβάμαι τίποτα. Παρα μόνο τη δουλειά. Όλα παγώνουν.

Το τηλέφωνο του μυαλού μου χτυπάει με αυξομειώσεις στην ένταση, είναι ένα τρένο που έρχεται και φεύγει και η γραμμή περνάει μέσα από το κεφάλι μου και δεν το σηκώνει κανείς - γιατί, απλά, δεν υπάρχει; - κι εγώ προσθέτω, προσθέτω, προσθέτω και περάσαν δυο ώρες αλλά δεν έχει σημασία γιατί δεν ξέρω τι ώρα είναι, κάθε μέρα οι άλλοι μού λένε ότι τελειώσαμε, λες κι εγώ δεν έχω ζωή να με νοιάζει ότι πήγε 15:00 να φύγω να πάω να ζήσω, ένα οκτάωρο είναι το ένα τρίτο της μέρας τα υπόλοιπα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, αλλά είναι μεγάλο ψέμα, γιατί όταν φεύγω στο λεωφορείο το κεφάλι μου σπάει και νιώθω τα μυαλά μου να χύνονται και να τα πατάω και να γλυστράω κρατημένη από μια χειρολαβή σαν κρεμασμένη δίπλα σε πτώματα που καταδικάστηκαν συνο πτικά, να γυρνάνε σπίτι τους με το λεωφορείο στις 15:00 με τα μυαλά χυμένα να πέφτουν να κοιμούνται μέχρι το βράδυ, όπου τους περιμένει η τηλεόραση να τους ξεκουράσει και, ναι, αυτή είναι η ζωή μου και το τηλέφωνο αυτό χτυπάει ΣΥΝΕΧΕΙΑ και είμαι μια 26χρονη καταθλιπτική που ο φίλος της βρίσκεται στην Ικαρία με τους φίλους μας κι εγώ δουλεύω κατακαλόκαιρο κι έχω να σου μιλήσω δέκα μέρες και, να ξέρεις, δεν προλαβαίνεις να μου λείψεις γιατί έχω κάθε μέρα επαφές με 3567 αριθμούς, τέσσερις καφέδες δύο πακέτα τσιγάρα και δέκα πρώην ανθρώπους ίδια ράτσα με μένα και σαν να μη χωράς εκεί. Αλλά σ' αγαπώ και σε περιμένω και χρειάζομαι λίγη δύναμη...

'Ολα παγώνουν...

Το βράδυ που μου τραγουδούσες Σαββόπουλο, τα παιδιά που χάθηκαν, έκλαψα και με αγκάλιασες και φίλαγες τα δάκρυά μου και έκλαψες και σε αγκάλιασα και φίλαγα τα δάκρυά σου και ήταν σαν να κολυμπούσαμε σε αλμυρά νερά, μετά γυμνοί, και σού 'πα πρώτη φορά σ' αγαπώ, και μού ‘πες πρώτη φορά σ' αγαπώ και δεν το ξανάπαμε ποτέ γιατί δεν λέμε, πχ "αναπνέω", το κάνουμε, απλά, κι έτσι λοιπόν σ' αγαπώ χωρίς να το λέω, κι εκείνο το βράδυ το ζω κάθε πρωί όταν όλα παγώνουν και σε θυμάμαι που είσαι στην Ικαρία δέκα μέρες τώρα, κι εγώ είμαι ένα παιδί που χάνεται και στο μυαλό μου ακούω στριγγλιές κι οι φάτσες φεύγουν σα σκιές...

και όλα παγώνουν...

Πάει κι αυτό. Το βρήκα το λάθος, είναι τεσσεράμιση, γράφω την υπερωρία μου, χτυπάω την κάρτα μου, γλυστράω πάνω στα μυαλά μου στο λεωφορείο και νά ΄μαι στο σπίτι μούσκεμα με πονοκέφαλο. Ξαπλώνω και διαβάζω το γράμμα που μου έστειλες, μου λες πόσο ωραία περνάς, να τα παρατήσω όλα και να έρθω να σε βρω και ότι ο τζίτζικας δεν έχει τίποτα, αλλά το μυρμήγκι έχει τη μέση του και μου στέλνεις κι ένα ποίημα που έγραψες για μένα γιατί με θυμάσαι ακόμα...

Κοιμάμαι χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα.