Μικρό διήγημα του δρόμου



Είναι πρωί γύρω στις οκτώ. Κάθομαι και πίνω τον καφέ μου σ’ ένα μικρό καφενεδάκι περιμένοντας να πάει η ώρα δέκα. Πρέπει να πάω σε εκείνον τον απαίσιο δικηγόρο, τον κ.Αντωνίου για κάποιες δουλειές. Στη σκέψη ότι θα τον συναντήσω αρχίζει και χαλάει η διάθεσή μου, αλλά προς το παρόν το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να χαζεύω τους περαστικούς.

Γέροι, νέοι, γυναίκες, παιδιά, άλλοι με βήμα γοργό και βιαστικό, άλλοι πιο αργό και σταθερό, και άλλοι με βήμα εντελώς νωχελικό και βαριεστημένο. Αυτοί οι τελευταίοι παρουσιάζουν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Να, για παράδειγμα, ένας παππούς μπροστά μου. Έχει μια ώρα τώρα περίπου, που βηματίζει πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο. Έχει τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη και μιλάει μόνος του. Σε μια στιγμή με πλησιάζει και μου ζητά τσιγάρο. Του προσφέρω. Κάθεται για λίγο και με κοιτάζει. Έπειτα διστακτικά ρωτάει:

- Από πού είσαι παλληκάρι;
- Από την Τρίπολη, του λέω.
- Μέσα από την Τρίπολη;
- Όχι. Από ένα χωριό καμιά εκατοστή χιλιόμετρα έξω.
- Πώς το λένε;
- Σπάθαρι.
- Εγώ ξέρεις από πού είμαι;
- Όχι.
- Από το Βούτσι.
- Είμαστε κοντοχωριανοί, δηλαδή.
- Ναι. Πώς τον λένε τον πατέρα σου;
- Δήμο.
- Τον παππού σου;
- Θοδωρή.
- Το άλλο;
- Ροβισόν! Ροβισόν είναι το παρατσούκλι.
- Τον ξέρω. Ήμασταν μαζί στη Μικρά Ασία.
- Στον πόλεμο;
- Όχι. Στην οπισθοχώρηση...


[Το διήγημα είναι εξ’ ορισμού μικρό.]


__________
Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το περιοδικό ΔΗΝ [τεύχος 2 – απρ. 1995].